Κληρονομική διαδοχή - διάταξη τελευταίας βουλήσεως – διαθήκη - φορολογία κληρονομιών
- Εταιρεία Συμβολαιογράφων Ελένης Σουλή &
- Sep 22, 2017
- 8 min read

Συχνά δεχόμαστε ερωτήσεις σχετικά με το πως θα έπρεπε κάποιος, ιδανικά, να τακτοποιήσει τα περιουσιακά του στοιχεία, μετά το τέλος της ζωής του, ώστε να αποφευχθούν οι έριδες και οι διαφωνίες που ξεσπούν μεταξύ των συγγενών μετά το θάνατο οικείων προσώπων, οι οποίες έχουν ως δυσάρεστη κατάληξη τη διάρρηξη στενών οικογενειακών σχέσεων.
Είναι γεγονός ότι υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί ή έστω να μειωθεί δραστικά η πιθανότητα μιας τέτοιας εξέλιξης αν όλα τα "μετά θάνατον" διευθετηθούν από τον ενδιαφερόμενο με τη σύνταξη μιας διαθήκης, η οποία πρέπει να διαφέρει σε τύπο ανάλογα με τις οικογενειακές συνθήκες αυτού που τη συντάσσει. ‘Ετσι, πιστεύoυμε, ότι όταν η διαθήκη αυτή δημοσιευτεί, μπορεί ενδεχομένως να δυσαρεστήσει κάποιους από τους συγγενείς που θα θεωρήσουν τον εαυτό τους "αδικημένο", όμως αποτυπώνει την αδιαμφισβήτητη "τελευταία" επιθυμία του συντάξαντος και άρα, κατ´ αυτήν την έννοια, πρέπει να γίνει σεβαστή.
Σημαντικό ακόμη ζήτημα αποτελεί και η φορολόγηση της κληρονομιαίας περιουσίας, για την οποία θα γίνει λόγος στο ενημερωτικό αυτό σημείωμα, ώστε να σας δοθεί η δυνατότητα να συγκρίνετε τα οφέλη της συντάξεως διαθήκης έναντι της εξ αδιαθέτου διαδοχής.
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΕΚ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΚΑΙ ΕΞ ΑΔΙΑΘΕΤΟΥ
Η ελληνική νομοθεσία προβλέπει τη δυνατότητα επαγωγής (μετάβασης) της περιουσίας του αποβιώσαντος στους κληρονόμους του είτε με διαθήκη, την οποία έχει νόμιμα συντάξει ο τελευταίος, είτε σε περίπτωση μη υπάρξεως διαθήκης "εξ αδιαθέτου" δηλαδή με απλά λόγια, όπως ο νόμος ορίζει.
Η εξ ΑΔΙΑΘΕΤΟΥ διαδοχή ορίζεται από το νόμο ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση του αποβιώσαντος. Ειδικότερα, στον έγγαμο με παιδιά προσδιορίζεται η μερίδα της συζύγου στο 25% με τα παιδιά (όσα είναι) να μοιράζονται ισομερώς το υπόλοιπο 75%, στον έγγαμο χωρίς παιδιά η μερίδα της συζύγου ανέρχεται στο 50% με τα υπόλοιπα εν ζωή εξ αίματος συγγενικά του πρόσωπα να μοιράζονται ισομερώς το υπόλοιπο 50% (γονείς, αδέλφια, ανίψια προαποβιωσάντων αδελφών κλπ) και τέλος στον άγαμο και άτεκνο να καλούνται οι εν ζωή γονείς, τα αδέλφια ή ανίψια προαποβιωσάντων αδελφών, ή, αν δεν υπάρχουν οι ανωτέρω, οι θείοι και τα ξαδέλφια.
Πολύ συχνά όμως τα κληρονομικά αυτά μερίδια δημιουργούν δυσκολίες στους εξ αδιαιρέτου συγκυρίους, οι οποίοι για να τα μοιράσουν μεταξύ τους είτε διαφωνούν είτε ακόμη και αν συμφωνούν να επιβαρύνονται με υψηλούς φόρους και έξοδα, που καθιστά την τακτοποίηση αυτή απαγορευτική. Αυτές οι δυσκολίες και επιβαρύνσεις μπορούν να αποφευχθούν με την ύπαρξη μιας διαθήκης που ορίζει απλά αλλά με λεπτομέρεια "τι παίρνει ποιός".
ΕΙΔΗ ΔΙΑΘΗΚΩΝ
ΙΔΙΟΓΡΑΦΗ ΔΙΑΘΗΚΗ
Η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται (ιδιοχείρως) (εξ ολοκλήρου από το χέρι του διαθέτη) με απλά λόγια και υπογράφεται από τον διαθέτη, φέρει δε υποχρεωτικά πλήρη ημερομηνία (αριθμητικώς ή ολογράφως) συντάξεως και όλα τα ανωτέρω επί ποινή ακυρότητας αυτής. Η χρονολογία στη διαθήκη είναι πολύ σημαντική διότι από το χρόνο κατάρτισής της κρίνεται αν ο διαθέτης ήταν ικανός ή ανίκανος να συντάξει διαθήκη. Πολύ συχνά ο διαθέτης έχει την ανάγκη από τη συμβουλή ενός δικηγόρου ή/και συμβολαιογράφου ιδίως όταν επιθυμεί να συμπεριλάβει σε αυτήν ειδικούς όρους και ρήτρες, οι οποίες αφενός πρέπει να είναι κατανοητές, ώστε να μην χρήζουν ερμηνείας κατά τη δημοσίευσή της από το δικαστήριο αφετέρου δε έγκυρες ώστε να μην καθιστούν τη διαθήκη εν μέρει ή/και εν συνόλω άκυρη. Η ιδιόγραφη διαθήκη συστήνεται σε ανθρώπους που έχουν άμεσους συγγενείς (σύζυγο, παιδιά) και απλώς επιθυμούν να διευθετηθούν τα κληρονομικά τους. Η ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να κατατεθεί για ασφάλεια σε Συμβολαιογράφο με μια πράξη κατάθεσης ή και να φυλαχθεί στο σπίτι σε σημείο που θα τη βρουν οι κληρονόμοι.
Μετά το θάνατο του διαθέτη δημοσιεύεται με την επιμέλεια των συγγενών ή του Συμβολαιογράφου- αν έχει κατατεθεί στον τελευταίο- και είναι δυνατόν να κηρυχθεί και “κυρία”, διαδικασία η οποία της προσδίδει τεκμήριο γνησιότητας (ότι έχει γραφεί από τον διαθέτη) αν μέσα σε προθεσμία πέντε ετών από τη δημοσίευσή της δεν αμφισβητηθεί η γνησιότητά της, σε δίκη ανάμεσα σε κάποιον από αυτούς που αντλούν δικαιώματα απ’ αυτήν και κάποιον από αυτούς που βλάπτονται από την ύπαρξή της. Το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό υπέρ του επικαλούμενου την ιδιόγραφη διαθήκη. Όποιος αμφισβητεί τη γνησιότητα της ιδιόγραφης διαθήκης φέρει το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών του.
Σημαντικό είναι ότι μπορεί να αλλάξει ανά πάσα στιγμή χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη διαδικασία αφού μπορεί να καταστραφεί ή να αναληφθεί, εάν έχει κατατεθεί σε Συμβολαιογράφο, και αντικαθίσταται με νέα αν το επιθυμεί ο διαθέτης χωρίς να δημοσιοποιείται το περιεχόμενό της.
ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ
Η δημόσια διαθήκη συντάσσεται ενώπιον Συμβολαιογράφου και τριών μαρτύρων, οι οποίοι δεν πρέπει να έχουν οποιαδήποτε συγγενική σχέση τόσο μεταξύ τους όσο και με τον διαθέτη ή τους τιμώμενους με τη διαθήκη. ´Εχει αυξημένη τυπική ισχύ και λόγω του ότι συντάσσεται από το Συμβολαιογράφο, το περιεχόμενό της είναι νομικά ορθό και μπορεί να περιλαμβάνει ειδικούς όρους, όπως σύσταση καταπιστεύματος, ιδρύματος ακόμη και να ορίζει εκτελεστή διαθήκης (έμπιστο πρόσωπο στο οποίο θα ανατίθεται η εκτέλεση των όρων και εκπλήρωση της βούλησης του διαθέτη, όπως αυτή αποτυπώνεται στη διαθήκη).
Η διαθήκη αυτή συστήνεται σε πρόσωπα που δεν έχουν άμεσους κληρονόμους ή/ και επιθυμούν να διαθέσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία σε τρίτους με ιδιαίτερο τρόπο και εξειδικευμένη διαδικασία. Η δημόσια διαθήκη δημοσιεύεται σε κάθε περίπτωση με επιμέλεια του Συμβολαιογράφου μόλις ο τελευταίος πληροφορηθεί το θάνατο του διαθέτη και αξιοσημείωτο είναι ότι η υποχρέωση αυτή ισχύει για το σύνολο των δημοσίων διαθηκών που έχουν συνταχθεί ενώπιον του ακόμη και αν η ύπαρξη μεταγενέστερης, σύμφωνα με τα κατωτέρω, καταργεί στο σύνολό της προγενέστερη διαθήκη του αυτού προσώπου.
Η διαθήκη αυτή ανακαλείται είτε με σχετική δήλωση σε μεταγενέστερη διαθήκη είτε με δήλωση που γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου με την παρουσία τριών μαρτύρων και με τις λοιπές διατυπώσεις των συμβολαιογραφικών εγγράφων.
ΜΥΣΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ
Η μυστική διαθήκη είναι η διαθήκη που κατατίθεται στο Συμβολαιογράφο από τον διαθέτη ενώπιον τριών (3) μαρτύρων σε κλειστό φάκελο και μπορεί να έχει γραφεί και με μηχανικό μέσο και πρέπει να φέρει την υπογραφή του διαθέτη.
Η μυστική διαθήκη ανακαλείται αν ο διαθέτης αναλάβει το έγγραφο που περιέχει την τελευταία βούλησή του και που είχε εγχειριστεί στο συμβολαιογράφο και σφραγιστεί. Ο διαθέτης μπορεί να ενεργήσει οποτεδήποτε την ανάληψη. Η απόδοση του εγγράφου μπορεί να γίνει μόνο προσωπικά στο διαθέτη.
Για την απόδοση συντάσσεται πράξη κατά τις κοινές διατάξεις, κάτω από την πράξη της κατάρτισης της μυστικής διαθήκης
Ευνόητο είναι ότι κάθε νεώτερη διαθήκη κατισχύει της προγενέστερης κατά τις διατάξεις και τους όρους που καταργεί η επόμενη την προηγούμενη. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι διαθήκη, η οποία συντάσσεται από δύο ή περισσότερα πρόσωπα (συνδιαθήκη) είναι άκυρη, ακόμη και αν αφορά τη κοινή περιουσία προσώπων που τη συντάσσουν.
ΝΟΜΙΜΗ ΜΟΙΡΑ -ΑΠΟΚΛΗΡΩΣΗ
Πρέπει να σημειωθεί ότι όποιος συντάσσει διαθήκη οφείλει να λαμβάνει υπόψιν του τη λεγόμενη "νόμιμη μοίρα" των αναγκαστικών, σύμφωνα με τη κείμενη νομοθεσία, κληρονόμων του. Νόμιμη μοίρα είναι η ελάχιστη κληρονομιαία περιουσία που πρέπει να λάβουν οι άμεσοι κληρονόμοι (μόνο επιζώντες γονείς, σύζυγος και κατιόντες- και οι εγγύτεροι αποκλείουν τους απώτερους) και σύμφωνα με τη ελληνική νομοθεσία ορίζεται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας, όπως αυτή προσδιορίστηκε ανωτέρω. Η νόμιμη μοίρα καταλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας του αποβιώσαντος και σε αυτήν περιλαμβάνεται και κάθε περιουσιακό στοιχείο που τυχόν διέθεσε στους συγγενείς του ο κληρονομούμενος εν ζωή (συνυπολογισμός).
Η έννοια δηλαδή της αποκλήρωσης, όπως πολλοί την εννοούν δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που ο Νόμος ορίζει. Αποκλήρωση δηλαδή των αμέσων συγγενών (αποκλεισμός τους από την κληρονομία και κατάργηση του δικαιώματός τους στη νόμιμη μοίρα) με διάταξη τελευταίας βουλήσεως αναγνωρίζεται από την ελληνική έννομη τάξη μόνο υπό πολύ αυστηρές και απολύτως συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως επιβουλή της ζωής του διαθέτη, ανθρωποκτονία ή βαρειά σωματική βλάβη ή αποδεδειγμένη απόπειρα αυτών κλπ.
‘Ετσι, στην περίπτωση αναίτιας σύμφωνα με το Νόμο, αποκλήρωσης η διαθήκη, μπορεί να ακυρωθεί κατά το μέτρο που βλάπτεται η νόμιμη μοίρα, από όποιον έχει έννομο συμφέρον.
ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΩΝ
Η φορολογική υποχρέωση των κληρονόμων για υποβολή δήλωσης φόρου κληρονομιάς έχει προθεσμία έξι (6) μηνών από το θάνατο ή από τη δημοσίευση της διαθήκης (αν υπάρχει διαθήκη) για τους φορολογουμένους που κατοικούν στην Ελλάδα και ένα (1) έτος για τους κατοίκους εξωτερικού.
Η επαγωγή της κληρονομιάς όμως συντελείται κατά το χρόνο θανάτου με συνέπεια να εφαρμόζονται τα αφορολόγητα, οι φορολογικοί συντελεστές και οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων που ίσχυαν κατά το χρόνο εκείνο (χρόνο θανάτου).
Η φορολογία (συντελεστές και κλίμακες) κληρονομιών εξαρτάται από τη συγγένεια του αποβιώσαντος με τους κληρονόμους του και εφαρμόζονται κλίμακες τριών κατηγοριών με τα αφορολόγητα να μειώνονται και τη κλίμακα φόρου να αυξάνεται όσο ¨απομακρύνεται¨ ο συγγενικός δεσμός. Ακόμη, σχετικά με το φόρο κληρονομιών πρέπει να σημειωθεί ότι τυχόν εν ζωή γονικές παροχές ή δωρεές που συνέστησε ο αποβιώσας (μετά από την 1.01.1995) προς τους κληρονόμους του συνυπολογίζονται στην κλίμακα για τον υπολογισμό του οφειλομένου φόρου και ο τυχόν φόρος που καταβλήθηκε κατά τη σύσταση αυτών αφαιρείται.
Τέλος, στη δήλωση φόρου κληρονομίας που υποχρεούται να υποβάλλει ο κληρονόμος περιλαμβάνεται κάθε κινητή ή ακίνητη περιουσία του κληρονομουμένου, ιδίως τυχόν κινητή περιουσία που αναφέρεται στη διαθήκη του (χρήματα, λογαριασμοί, κοσμήματα, πίνακες, έπιπλα κλπ).
ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΤΗΡΙΟ
Το Κληρονομητήριο που συχνά ζητείται από τα Τραπεζικά Ιδρύματα, δημόσιες υπηρεσίες και από Δικηγόρους για την πώληση των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία, είναι ένα πιστοποιητικό που εκδίδεται από τον Γραμματέα του Ειρηνοδικείου του τόπου κατοικίας του κληρονομούμενου αφού προηγουμένως έχει εκδοθεί η σχετική Δικαστική Απόφαση που αναγνωρίζει τους κληρονόμους και τα κληρονομικά τους μερίδια και αίρει κάθε αμφισβήτηση σχετική με την ταυτότητά τους
Σκοπό έχει την προστασία των συναλλαγών γενικότερα, αφού με αυτό δημιουργείται τεκμήριο υπέρ του κληρονόμου ενόψει του ότι αποτελεί έγγραφη νομιμοποίηση για την κληρονομική διαδοχή, η οποία κατοχυρώνει την καλόπιστη κτήση της κυριότητας από τρίτους όχι μόνο των κινητών αλλά και των ακινήτων, που τυχόν περιλαμβάνονται στην κληρονομία.
ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ
Ο κληρονόμος εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου δικαιούται να αποποιηθεί την κληρονομία εντός αποκλειστικής προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την επαγωγή της κληρονομιάς (θάνατος ή δημοσίευση διαθήκης).
Η αποποίηση δεν μπορεί να γίνει για μέρος της κληρονομιάς ή υπό όρους με συνέπεια η αποποίηση να αφορά το σύνολο του ενεργητικού και του παθητικού της κληρονομιαίας περιουσίας και δεν μπορεί να γίνει χάριν άλλου προσώπου.
Η δήλωση αποποίησης γίνεται ενώπιον του γραμματέα του Δικαστηρίου της κληρονομιάς. Συνέπεια της αποποίησης είναι να καλούνται οι επόμενοι τη τάξει κληρονόμοι για τους οποίους ισχύουν οι ίδιες προθεσμίες αποποίησης ή αποδοχής της κληρονομίας, με τελευταίο κληρονόμο το Ελληνικό Δημόσιο.
ΑΠΟΔΟΧΗ ΜΕ ΤΟ ΕΥΕΡΓΕΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΓΡΑΦΗΣ
Αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ευθύνης του κληρονόμου για τα χρέη της κληρονομιάς μέχρι το ενεργητικό της.
Με το ευεργέτημα της απογραφής αποκλείεται η "συγχώνευση" της κληρονομιαίας και της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου. Η ως άνω δήλωση γίνεται ενώπιον του γραμματέα του Δικαστηρίου της κληρονομίας. Τα ανήλικα παιδιά και οι ανίκανοι προς δικαιοπραξία κληρονομούν εκ του Νόμου με το ευεργέτημα της απογραφής.
ΔΙΑΘΗΚΗ ΕΛΛΗΝΩΝ-ΜΟΝΙΜΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ
Η διαθήκη ομογενών Ελλήνων του εξωτερικού κρίνεται, ως προς το τύπο της για την εγκυρότητα της, από τη νομοθεσία του τόπου συντάξέως της. Ως προς το περιεχόμενό της από το δίκαιο της ιθαγένειας του συντάξαντος αυτήν, ιδίως αν πρόκειται για ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στην Ελληνική επικράτεια.
ΣΥΧΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ
Α) Κοινοί Τραπεζικοί Λογαριασμοί. Η απαίτηση για απόδοση από κατάθεση σε κοινό λογαριασμό που διατηρούσε ο κληρονομούμενος με κάποιον ή κάποιους επιζώντες, με τον όρο ότι μετά το θάνατό του ο λογαριασμός θα περιέρχεται στους λοιπούς δικαιούχους μέχρι και τον τελευταίο επιζώντα, εξαιρείται της κληρονομιάς
Β) Φορολογικές υποχρεώσεις. Οι κληρονόμοι βαρύνονται με την εξόφληση φορολογικών υποχρεώσεων του κληρονομουμένου, ανάλογα με τη μερίδα τους και αντίστοιχα κληρονομείται και η τυχόν αξίωση του αποβιώσαντα για επιστροφή φόρου.
Γ) Εγγυητική Ευθύνη προς τράπεζες. Η ευθύνη του εγγυητή από τη σύμβαση εγγυήσεως μεταβιβάζεται μετά το θάνατό του στους κληρονόμους του.
Το παρόν ενημερωτικό σημείωμα σκοπό είχε να δώσει κάποιες απαντήσεις σε κάποια συχνά ερωτήματα γύρω από τη κληρονομική διαδοχή και να παράσχει διευκρινίσεις σε θέματα που συχνά μας απασχολούν σε σχέση με τα περιουσιακά μας στοιχεία και πως αυτά μπορούν να διατεθούν μετά θάνατον, δημιουργώντας τα λιγότερο δυνατόν προβλήματα, επιβαρύνσεις και διαδικασίες στους κληρονόμους μας.







Comments